Δικιωμός: H αυτοδικία στη Mάνη

Από το Λεύκωμα «Μάνη: Φωτεινός & Ελεύθερος Τόπος» του Ν. Καλαποθαράκου

O Oρέστης ζητάει από το Δία να τον βοηθήσει να σκοτώσει τους φονιάδες του πατέρα του:

Ω Ζευ, δος με τίσασθαι μόρον πατρός, γενού δε σύμμαχος θέλων εμοί.
(Δία βοήθησε να εκδικηθώ τους φονιάδες του πατέρα και αποφάσισε να γίνει σύμμαχός μου).

Στους Μανιάτες, αλλά και σε άλλους λαούς υπάρχουν διάφοροι κοινωνικοί μηχανισμοί, που προσπαθούν να περιορίσουν το έθιμο της αυτοδικίας - γδικιωμού - και να διασώσουν με αυτό τον τρόπο τη συνοχή της κοινωνίας.

“Κι αν το φόνο δεν πλερώσει με φόνο ο φονιάς
πάει, χάθηκε κάθε ντροπή, κάθε ευσέβεια, πάει, απ’ τον κόσμο”.

Σοφοκλή Ηλέκτρα

Το έθιμο του γδικιωμού (αυτοδικίας ή αντεκδίκησης) έχει επικρατήσει να ονομάζεται στους μη Μανιάτες διανοούμενους Βεντέτα.

Η λέξη Βεντέτα δεν υπάρχει στη Μάνη. Αλλά  ούτε η σημασία που της δίνουν. Υπάρχει παραποίηση της αλήθειας.
Η άκρη της Ευρώπης που λέγεται Μάνη, αυτοδιοικήθηκε και επιβίωσε, γιατί βασίσθηκε στην πατριά και την πατριαρχική οργάνωση, με κανόνες και αρχές, που διασφάλιζαν την ατομική και οικογενειακή αξιοπρέπεια.
Η κοινωνική κατάσταση στη Μάνη διέτρεξε μια πολύ μακριά περίοδο ιδιότυπης ελευθερίας και ελεύθερου πολιτικού βίου με συνήθειες που διαμόρφωσαν μανιάτικους κανόνες δικαίου.
Η έλλειψη επίσημης κρατικής εξουσίας, γραπτών νόμων για εφαρμογή δικονομικής διαδικασίας, ο διαρκής πολεμικός βίος και η ιδιόμορφη πολιτειακή και διοικητική κατάσταση επέβαλαν για την επίλυση των διαφορών τους πάγιους εθιμικούς κανόνες του συμβουλίου της πατριάς, της Γεροντικής.

Στη μανιάτικη κλειστή κοινωνία οι εθιμικοί άγραφοι κανόνες δικαίου ήταν καθολικής εφαρμογής κα οι αποφάσεις της Γεροντικής ήταν αποδεκτές και εκτελεστέες από τα μέλη της.
Η κατά πατριές έκφραση της μανιάτικης κοινωνίας, ο ανυπότακτος χαρακτήρας, η ιδιοσυγκρασία των Μανιατών, το δυσπρόσιτο του εδάφους, το φυσικό περιβάλλον, οι γεωργοκτηνοτροφικές ασχολίες, ο απομονωτισμός και γενικότερα η προσπάθειά τους να επιτύχουν την ελευθερία στον άγονο τόπο και παράλληλα, να διατηρηθούν και να ισχυροποιήσουν την ύπαρξή τους ως πατριάς στο φτωχό περιβάλλον, που ζούσαν αυτοδύναμα, δημιούργησε τις προϋποθέσεις λειτουργίας άγραφων κανόνων δικαίου, που στόχο είχαν την προστασία της τιμής και της ζωής τους.

Η αρχή ότι ο φόνος και η προσβολή της τιμής ξεπλένεται με φόνο και με αίμα είναι δείγμα σκληρής πραγματικότητας.

Τα αίτια των συγκρούσεων και των “φονικών” ήταν ποικίλα. Μεταξύ των σπουδαιότερων, μπορούν να αναφερθούν:

Η δυσφήμιση, η δημόσια προσβολή (π.χ. χαστούκισμα, εξύβριση), το “ξαρμάτωμα”. Επίσης, οι αγροζημίες, οι κληρονομικές διαφορές συγγενών, οι πολιτικές διαμάχες, διάφορες δολοπλοκίες των γενών, προσβολή μιας κόρης ή παντρεμένης γυναίκας (βιασμός, αρπαγή, μοιχεία, αποπλάνηση κ.α.).
Για το λόγο αυτό οι Μανιάτες θεωρούσαν το θηλυκό παιδί “βαρέλι με μπαρούτι στα θεμέλια του σπιτιού”.
Προηγουμένως, οι δύο οικογένειες δήλωναν επίσημα ότι ήταν σε διαμάχη και τα μέλη τους έπρεπε να φυλάγονται. Έτσι, συχνά, ο εκτελεστής από θύτης γινόταν θύμα, αφού όλοι οι Μανιάτες ήταν ασκημένοι στα όπλα. Άλλοτε, παλιοί αντίπαλοι αντάλλασσαν συμβολικά τις σφαίρες τους, υποδηλώνοντας ότι ο ηττημένος θα χανόταν από τη δική του υπαιτιότητα, απαλλάσσοντας το φονιά του από το κρίμα του φόνου.
Όταν συνέβαινε να μην υπάρχει άνδρας, μέλος της οικογένειας για να εκδικηθεί τον αδικοχαμένο, η υποχρέωση έπεφτε στην αδελφή του νεκρού.

Το πιο σημαντικό κεφάλαιο του μανιάτικου κόσμου είναι ο Άνθρωπος. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα η καταλυτική διάβρωση των υλικών αγαθών δεν είχε βρει κερκόπορτα και εύκολο δρόμο στη σπαρτιάτικη ψυχή τους (Σπαρτιάτης: συνώνυμο της λιτότητας και της γενναιοφροσύνης).

Η αυτοδικία ήταν μέτρο ενάντια σε κάθε ηθική μείωση και ο δικιωμός του Μανιάτη ήταν η ακολουθητέα τακτική.
Η αντεκδίκηση στρεφόταν πάντα εναντίον οποιουδήποτε εξ αίματος συγγενούς του δράστη και μάλιστα του πιο “κάλλιου”, γιατί πιστευόταν ότι το ίδιο αίμα κυλούσε στις φλέβες όλων των συγγενών της ίδιας πατριάς.
O Abbe Sevin στο βιβλίο του Lettres sur...Constantinople (1802) σελ. 128-129 γράφει για τους Μανιάτες και λέει: “Μη έχοντες ούτε δικαστήρια, ούτε δικαστάς, απέκτησαν την έξιν να σέβονται αλλήλους και να εκδικώσι δι’ εαυτών παν είδος ύβρεως. Το συγχωρείν μιαν ύβριν εθεωρείτο δειλία. Το δε τιμωρείν προεκάλει πόλεμον μεταξύ των οικογενειών. Αλλ’ ο τοπικός αυτός πόλεμος ήτο εις αυτούς πλεονεκτικός, διότι τους εσκληραγώγει δια τας κοπώσεις του πολέμου...Η ύβρις της τιμής της γυναικός αποπλύνεται δι’ αίματος...”.

O Μανιάτης δεν ασκούσε την αυτοδικία όντας εγκληματικός τύπος ανθρώπου και αιμοχαρής, αλλά ως νόμιμο έθιμο οικογενειακής και πολιτειακής αυτοσυντηρησίας κάτω από ορισμένη τακτική βάζοντας ασφαλιστικές δικλείδες, που προστάτευαν εκείνους που δεν επιθυμούσαν την υποτροπή και τη συνέχιση του εγκλήματος.
Στους Μανιάτες, αλλά και σε άλλους λαούς υπάρχουν διάφοροι κοινωνικοί μηχανισμοί, που προσπαθούν να περιορίσουν το έθιμο της αυτοδικίας - γδικιωμού - και να διασώσουν με αυτό τον τρόπο τη συνοχή της κοινωνίας.

Η αυτοδικία ως έννοια τρομάζει και ως πράξη δημιουργεί επαχθείς συνέπειες και καταστροφικά αποτελέσματα. Η αυτοδικία εκλαμβανομένη ως πράξη δικαιοκρισίας αναστέλλει την ατιμωρησία, προλαβαίνει προθέσεις και επιβουλές, οιονεί ασκεί παιδαγωγία και δημιουργεί με τους συμπληρωματικούς της μηχανισμούς, τον ξεβγαλτή, την τρέβα, τη χωσία, το ψυχικό, τη ψυχαδερφοσύνη, status ισορροπίας και αποδεκτής συνύπαρξης.

Oι συμπληρωματικοί θεσμοί δύνανται να ακολουθήσουν την αυτόδικη πράξη και να σταματήσουν την αντεκδικητική συνέχεια.  Αυτοί είναι:

1.- O ξεβγαλτής ήταν άνδρας ή παιδί, ή και γυναίκα ισχυρής, ευγενούς και ουδέτερης οικογένειας, που συνόδευε τους εμπόλεμους και ήταν αισχρό να επιτεθούν εναντίον του ,γιατί το συνοδεύον γένος θεωρούσε την επίθεση ως δική του προσβολή. O θεσμός του ξεβγαλτή επεβάλλετο για βιοτικούς και κοινωνικούς λόγους, γιατί στην εμπόλεμη κατάσταση που ευρίσκοντο οι οικογένειες, οι αγροί θα έμεναν ακαλλιέργητοι και τα ζώα έρημα. Η συνοδεία του ξεβγαλτή ήταν επιβεβλημένη και ισχυρή για εκείνους που όφειλαν αίμα...

2.- Η ανακωχή ή τρέβα. Στην περίπτωση της τρέβας διακοπτόταν η διαμάχη και οι αντιμαχόμενοι έδιναν τα χέρια, προκειμένου όλα τα γένη να αντιμετωπίσουν εξωτερικό εχθρό ή να ανταποκριθούν στις γεωργικές τους ασχολίες ή άλλο σοβαρό λόγο. Απαγορευόταν η επίθεση κατά το χρόνο αναστολής των εχθροπραξιών και τις ημέρες του πένθους, δηλαδή την ημέρα της ταφής, τα τριήμερα, τα εννιάμερα και τα σαραντάμερα.

3.- Η χωσία ή αλλιώτικα κρυπτεία. Η επίθεση για αυτοδικία με ενέδρα δεν εθεωρείτο ατιμωτική πράξη, γιατί από τη στιγμή που τελείται το έγκλημα, τηρείται η αρχή “φυλάγεσθε.
Κρυφά ή φανερά θα σας σκοτώσουμε”.
Κατά τη νύκτα, στην περίπτωση που συνόδευε ξεβγαλτής έπρεπε να κρατάει φως - φανάρι, γιατί η δικαιολογία ήταν γνωστή: “τον σκοτώσαμε γιατί δε βλέπαμε”.

4.- Το ψυχικό είναι είδος συγνώμης. Η οικογένεια του φονιά ομολογεί το σφάλμα και δηλώνει, με ταπείνωση, μετάνοια. O φονιάς έρχεται με συγγενείς του στο σπίτι των παθόντων, “σγούφνει” και φιλάει το χέρι τους. Με το ψυχικό παίρνει συγχώρεση και σταματάει μέχρι εκεί η αιματηρή σύγκρουση. Το ψυχικό δύναται να επέλθει μετά το πρώτο έγκλημα.

5.- Η ψυχαδελφωσύνη είναι ισότιμη συνδιαλλαγή των αντιμαχομένων δια της οποίας γίνεται το “σιάξιμο” και δημιουργούνται καταλυτικοί συγγενικοί δεσμοί. O φονιάς αναλαμβάνει τα καθήκοντα του φονευθέντος έναντι των αδελφών ή της συζύγου ή των τέκνων του παθόντος.
Το ψυχικό και η ψυχαδελφοσύνη για να τελεσφορήσουν, απαιτούνται επιδέξιες κινήσεις από τη Γεροντική και τα σημαίνοντα πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας, για να επιτευχθεί η ειρήνευση μεταξύ των αντιμαχομένων.

Στη Μάνη η δύναμη της πατριάς εξαρτιόταν από τον αριθμό των τουφεκιών, δηλαδή των αρρένων μελών τους. Τα εγκλήματα που διαπράττονταν από γυναίκες δεν αποτελούσαν αφορμή για οικογενειακή αυτοδικία, γιατί το έγκλημα από δράστιδα γυναίκα δεν εθεωρείτο προσβολή της οικογενειακής τιμής.

Oι γυναίκες των αντιμαχομένων οικογενειών, ακόμη και στις κρισιμότερες και οξύτερες φάσεις της διαμάχης θεωρούνταν σεβαστές και μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα.
O φόνος γυναίκας δεν εθεωρείτο έγκλημα για αυτοδικία, γιατί δεν ανήκει στην ενεργό δύναμη της οικογένειας.

Oι συγγενείς εξ αγχιστείας ανήκαν στα γένη και δεν εμπλέκονταν στην αυτοδικία άλλων οικογενειών.

Oι εθιμικοί κανόνες απόδοσης δικαιοσύνης και ο αγώνας για επιβίωση διέπλασαν το ήθος, το γενναίο φρόνημα, την αγωνιστικότητα και το ελεύθερο πνεύμα των κατοίκων της Μάνης”.

Του Ιωάννη Λεκκάκου
του Πουλίκου
από τα «Λακωνικά»

Μοιρολόι γδικιωμού από τον Αν. Γ. Κουτσιλιέρη
τ. Διευθυντή Βαρβακείου  Σχολής - Επόπτου Μ. Εκπαιδεύσεως

O γέρο - εκδικητής

Mια μητέρα φορτικά πιέζει το γέροντα άντρα της, να σπεύσει να δικιώσει το σκοτωμένο παιδί τους σκοτώνοντας το φονιά, γιατί, αν δεν το κάνει, είναι περιττό να υπάρχει έτσι όπως είναι περιφρονημένος από όλους, επειδή παραλείπει το πιο σοβαρό χρέος του:

E γέρο, ε μαυρό γερο,
τι θέεις που ‘σαι ζωντανός
αθρώποι να ζε λέπουσι;
Zούσου την κουμπουρίνα ζου,
πάρε την καραμπίνα ζου,
ρίξε μπαρούιτα μπόλικα
και τρέχα ‘που χορεύουσι
στου Kαραμπή το μαγαζί,
‘κει μέσα είναι κι ο φονιάς
πο σκότωσε τον Παύλο μας.
Eζούστη το μακρύ σαρμά
και πάει αντίκρυ και κοντά
του ρίχνει μία μπαταιριά,
του τρώει μέση και νεφρά.
Aμπούδε είσαι, μωρή γιριά,
εδίκιωσα τον Παύλο μας.

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.