Φωνή από το υπερπέραν στην Αρεόπολη!

Φωνή από το υπερπέραν στην Αρεόπολη!

του Σταύρου Πετροπουλάκου

 

Την ιστορία, που θα αφηγηθώ σήμερα, δεν την έζησα. 

Την άκουσα από παλιότερους μαθητές, μερικοί από τους οποίους υπήρξαν πρωταγωνιστές της. Μάλιστα, τότε που πρωτοπήγα στο Γυμνάσιο της Αρεόπολης, κυκλοφορούσε περίπου ως ανέκδοτο

 

Παραλείπω τα ονόματα των πρωταγωνιστών, κάποιοι από τους οποίους έχουν εγκαταλείψει τον κόσμο τούτο, γιατί φοβάμαι ότι θα ξεχάσω μερικά. Ακόμη ξεκαθαρίζω πως δεν μπορώ να εγγυηθώ την ακρίβεια, όχι της ουσίας, αλλά των λεπτομερειών της ιστορίας.

 

Καμιά δεκαριά μαθητές της τότε ογδόης του ’49-50, που αποτελούσαν την «ηγεσία» της τάξης, αποφάσισαν, για δικούς τους λόγους, να πραγματοποιήσουν μυστική συνάντηση για να συζητήσουν τρόπους αντιμετώπισης της αυστηρότητας του σπουδαίου επιστήμονα, αλλά «ζόρικου» γυμνασιάρχη του Αλευρομάγειρου. Ενός γυμνασιάρχη που δεν τον φόβιζε το γεγονός, πως πολλοί από τους μαθητές του οπλοφορούσαν ακόμη και μέσα στις αίθουσες του σχολείου. 

 

Πρόκριναν, ως ιδανικότερο μέρος για την διαφύλαξη της μυστικότητας της συνάντησης τους, το νεκροταφείο του Κουσκουνιού. Ως χώρο προσυγκέντρωσης όρισαν το γραφικό εκκλησάκι του Αϊ-Θανασάκη, λίγο πριν από την είσοδο της Αρεόπολης, και ώρα «λίγο πριν σκοτεινιάσει» και αρχίσει η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Τον καιρό εκείνο, αλλά και αργότερα, η κυκλοφορία των μαθητών απαγορευόταν μετά τις 9 - 9.30 το βράδυ.

 

Πήγαιναν ένας- ένας ή δύο- δύο για να μην γίνονται στόχος των περιέργων. Μόλις συγκεντρώθηκαν όλοι είχε πλέον νυχτώσει για καλά. Ύστερα από λίγο έφτασαν στον τόπο προορισμού και άρχισαν ν’ ανταλλάσσουν απόψεις για το «φλέγον» θέμα. 

Με την κουβέντα, χωρίς να το καταλάβουν, η ώρα πέρασε. Έφτασε 4 με 5 το πρωί. Λίγο πριν το χάραμα. Εκείνη την ώρα ξεκίναγαν για το κυνήγι τους και οι κυνηγοί κουναβιών και άλλων αγριμιών, που εμπορεύονταν το δέρμα των θηραμάτων τους για γούνες. Για το κυνήγι αυτό έστηναν αποβραδίς δόκανα και το χάραμα πήγαινα να δουν το αποτέλεσμα. 

 

Ένας απ’ αυτούς, ο πιο ικανός, ο Παύλος ο Αλέπης, κι’ ας’  θεωρηθεί τούτη η αναφορά σαν επιμνημόσυνη, περνούσε κάθε πρωί έξω από το νεκροταφείο του Κουσκουνιού και από συνήθεια χαιρετούσε τους νεκρούς με αυτά τα λόγια:

«Τι κάνετε ρ’ αποθαμένοι.» ;

Έτσι έκαμε και κείνο το πρωί. 

Τότε οι μαθητές, ως χορωδία, απάντησαν με μια φωνή:

«Εδώ είμαστ’ όοοολοι μαζεμένοι………».

O κυνηγός τάχασε. Τρέχοντας έφτασε στην Αρεόπολη και ξύπνησε νυχτιάτικα τον παπά για να του ανακοινώσει το περίεργο αλλά και συνταραχτικό συμβάν και να ζητήσει τη βοήθεια του.

Όπως προχωρούσε η μέρα η ιστορία κυκλοφορούσε συνεχώς εμπλουτιζόμενη και επαυξανόμενη, ως γίνεται πάντα όταν αναπαράγονται γεγονότα.

Oι μαθητές, που αποτελούσαν την πέτρα του σκανδάλου, σκέφτηκαν πως έπρεπε να μιλήσουν. Η σιωπή τους ήταν δυνατό να έχει απρόβλεπτες συνέπειες. Να γίνει κοινή πίστη πως οι νεκροί μιλούν και μάλιστα εν χορώ. 

 

Έτσι ανακοίνωσαν πως η δική τους φωνή ήταν η φωνή των πεθαμένων.

 

Δεν τους πίστευε κανένας. Όλοι πίστευαν πως μίλησαν οι νεκροί. Η δεισιδαιμονία θριάμβευε. Η κοινή λογική δεν γινόταν αποδεκτή. Όλοι πίστευαν το υπερφυσικό, το εξωλογικό. Όλοι εκτός από λίγους, μεταξύ των οποίων και ο Γυμνασιάρχης, που τιμώρησε τους «άτακτους» μαθητές του...

 

 

Προσθήκη νέου σχολίου

Plain text

  • Δεν επιτρέπονται ετικέτες HTML.
  • Διευθύνσεις ιστού και e-mail μετατρέπονται αυτόματα σε παραπομπές.
  • Αυτόματες αλλαγές γραμμών και παραγράφων.